δακτυλίς

δακτῠλ-ίς, ίδος, , name of a kind of
A grape, Plin.HN14.40.
II = δάκτυλος, Steph. in Hp.Aph.2.294D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δακτυλίς — η (AM δακτυλίς) [δάκτυλος] νεοελλ. γένος φυτών που ανήκει στα αγρωστώδη μσν. 1. το δάχτυλο 2. το δαχτυλίδι αρχ. είδος σταφυλιού …   Dictionary of Greek

  • δακτυλίδι — δακτυλίς grape fem dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλίδος — δακτυλίς grape fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάκτυλος — Το δάχτυλο (βλ. λ.). (Μετρ.) Πόδας κυρίως της αρχαίας, αλλά και της νεότερης μετρικής. Ο αρχαίος δ. αποτελείται από δύο στοιχεία: τη θέση (που προηγείται) και την άρση (που ακολουθεί). Από την άποψη της ποσότητας (χρονικής διάρκειας) τα δύο αυτά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.